Ποια ήταν η Δρ Μαρία Μοντεσσόρι; Η Μαρία Θέκλα Αρτεμισία Μοντεσσόρι γεννήθηκε στις 31 Αυγούστου 1870 στο Chiaravalle (Κιαραβάλλε) της Ιταλίας. Ο πατέρας της ήταν υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών και η μητέρα της με αρκετά καλή μόρφωση και παιδεία, προερχόταν από ακαδημαϊκή οικογένεια.
Το 1873 η Μαρία Μοντεσσόρι σε ηλικία τριών ετών, μετακομίζει με την οικογένειά της στην Φλωρεντία λόγο της μετακίνησης της θέσης του πατέρα της. Για τον ίδιο λόγο το 1875 μετακόμισαν και παρέμειναν στην Ρώμη. Μετά από ένα χρόνο αρχίζει να φοιτά σε δημοτικό σχολείο της Ρώμης.
Το 1883, τελειώνοντας το δημοτικό σχολείο, η Μαρία Μοντεσσόρι εξέφρασε την επιθυμία να ακολουθήσει την Τεχνική Σχολή, κάτι που για την εποχή της ήταν πολύ τολμηρό. Ο πατέρας της αντιδρούσε γιατί πίστευε πως η Τεχνική Σχολή ταιριάζει μόνο στα αγόρια και ότι η εκπαίδευση των γυναικών πρέπει να περιορίζεται σε ορισμένα μόνο θέματα. Η μητέρα της Μοντεσσόρι με πιο φιλελεύθερες ιδέες, ήθελε η κόρη της να αναπτύξει ενδιαφέροντα σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων και να εξερευνήσει την φυσική της τάση να μάθει. Έπαιξε ενεργό ρόλο όχι μόνο στην ανατροφή της κόρης της αλλά και σε ολόκληρη τη φιλοσοφία πίσω από την προσέγγιση Μοντεσσόρι.
Με την στήριξη της μητέρας της έγινε δεκτή στην ιατρική σχολή το 1892, κάτι που εξέπληξε όλους, αφού μέχρι τότε καμία γυναίκα δεν είχε δικαίωμα στην ιατρική σχολή. Αντιμέτωπη με πολλές προκλήσεις και την αποδοκιμασία των ανδρών συμφοιτητών της, κατάφερε με την υπομονή, την επιμονή και τις ικανότητες της να κερδίσει τον σεβασμό των καθηγητών και συμφοιτητών της και τιμήθηκε για το έργο της στην Παθολογία. Στα δύο τελευταία χρόνια της ιατρικής σχολής, η Μοντεσσόρι σπούδασε παιδιατρική και εργάστηκε σε ψυχιατρική κλινική και σε παιδικό νοσοκομείο. Η Μοντεσσόρι αποφοίτησε τον Ιούνιο του 1896 με άριστα κάνοντας τον μέχρι τότε απογοητευμένο και θυμωμένο πατέρα της περήφανο που η κόρη του ήταν η πρώτη γυναίκα που πήρε πτυχίο ιατρικής στην Ιταλία.
Μετά την αποφοίτησή της εργάστηκε ως βοηθός σε νοσοκομείο και παράλληλα ασκούσε ιδιωτικά το επάγγελμα ιατρού. Επίσης, συνέχισε την έρευνα της στον τομέα της ψυχιατρικής ιατρικής. Για την πανεπιστημιακή της έρευνα χρειάστηκε να επισκεφτεί τα αποκαλούμενα τότε, άσυλα τρελών για να επιλέξει κάποιους ασθενείς. Εκεί, ανακάλυψε ότι πολλά παιδιά με αναπηρίες που δεν μπορούσαν να πάνε σχολείο, κρατούνταν σε άσυλο μαζί με ενήλικες που είχαν σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές. Άρχισε να παρατηρεί την συμπεριφορά των παιδιών και αναρωτιόταν αν τα μυαλά και τα σώματα αυτών των παιδιών ήταν τόσο άχρηστα όσο πίστευαν οι περισσότεροι άνθρωποι την εποχή εκείνη.
Παρατηρώντας τα παιδιά με αναπηρίες, άρχισε να διαβάζει οτιδήποτε είχε δημοσιευτεί μέχρι τότε για τα διάφορα είδη αναπηρίας. Ενδιαφέρθηκε περισσότερο για το έργο των: Τζέικοπ Ροτρίκεζ Περέιρα, (Jacob Rodriguez Pereira), Ζαν Μαρκ Γκασπάρ Ιτάρ, (Jean-Marc-Gaspard Itard) και Έτουαρτ Σέγκεν, (Edouard Séguin). Όταν η Μοντεσσόρι εργάστηκε με παιδιά κωφά και άλλες αναπηρίες, υιοθέτησε μερικά από τα εκπαιδευτικά υλικά που ανέπτυξαν οι Pereira και Seguin για την τόνωση και την εκπαίδευση των αισθήσεων, προσθέτωντας και κάποια νέα δικά της.
Από το 1897 έως το 1898 παρακολούθησε μαθήματα παιδαγωγικής και επηρεάστηκε από τους παιδαγωγούς: Jean Jacques Rousseau (1712-1778), Johann Pestalozzi (1746-1827), Robert Owen (1771-1858) και Friedrich Froebel (1782–1852). Εκεί γνώρισε και τον ιατρό Τζουζέπε Μοντεσάνο με τον οποίο απέκτησαν τον Μάριο Μοντεσσόρι στις 31 Μαρτίου το 1898. Επειδή η Μαρία Μοντεσσόρι ήθελε να συνεχίσει το έργο της, δεν μπορούσε να παντρευτεί τον γιατρό γιατί θα αναγκαζόταν να μείνει στο σπίτι. Έτσι, συμφώνησαν να κρατήσουν μυστική την ύπαρξη του παιδιού τους με την προϋπόθεση ότι θα μείνουν και οι δύο ελεύθεροι. Ο γιατρός μετά από λίγο γνώρισε μια άλλη κοπέλα και την παντρεύτηκε. Απογοητευμένη και πληγωμένη η Μαρία Μοντεσσόρι σταματά την εργασία της στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο και δίνει τον γιό της σε μια οικογένεια για να τον μεγαλώσει χάνοντας έτσι τα πιο σημαντικά παιδικά χρόνια με τον γιο της. Επανενώθηκε με τον γιο της ξανά όταν αυτός ήταν πλέον 15 ετών όπου έμειναν για πάντα μαζί.
Φεύγοντας από το πανεπιστημιακό νοσοκομείο, αποφασίζει το 1899 να διδάξει σε κολλέγιο γυναίκες που ήθελαν να ακολουθήσουν το επάγγελμα της νηπιαγωγού. Το 1900 έως το 1902 ως αποτέλεσμα της δουλειάς της με παιδιά σε νοσοκομεία και άσυλο, της ζητήθηκε να γίνει συν-διευθύντρια ενός σχολείου για παιδιά με διάφορες αναπηρίες. Εκεί είχε την ευκαιρία να δοκιμάσει τις ιδέες της, να σχεδιάσει και εφαρμώσει τα εκπαιδευτικά της υλικά και να βοηθήσει τα παιδιά με αναπηρίες να μάθουν πώς να μαθαίνουν. Τα αποτελέσματα αυτών των παιδιών άφησαν έκπληκτους όλους αυτούς που πίστευαν μέχρι τότε ότι τα παιδιά με αναπηρίες δεν μπορούν να μάθουν.
Το 1904 έως το 1908 εργάστηκε ως καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ρώμης στην Παιδαγωγική Σχολή. Εκεί έκανε πολλές διαλέξεις οι οποίες αποτέλεσαν τροχοπέδη για την έκδοση του πρώτου εκπαιδευτικού βιβλίου της για εκπαιδευτικούς. Την ίδια περίοδο ζητήθηκε από την Μαρία Μοντεσσόρι να αναλάβει τα παιδιά σε μια φτωχογειτονιά της Ρώμης, στην παραγκούπολη του San Lorenzo. Με την ραγδαία αύξηση του πληθυσμού και την εκβιομηχάνιση, οι γονείς εργάζονταν από το πρωί μέχρι το βράδυ με αποτέλεσμα τα παιδιά να βρίσκονται πολλές ώρες μόνα τους.
Η Μαρία Μοντεσσόρι αναλαμβάνει την πρόκληση και δέχεται να αναλάβει αυτά τα παιδιά. Μέχρι τότε είχε ασχοληθεί μόνο με παιδιά με αναπηρίες. Τώρα είχε να αναλάβει 50 – 60 παιδιά (3 μέχρι 6 ετών) που η μόνη τους αναπηρία ήταν η φτώχεια τους. Το σχολείο άνοιξε στις 6 Ιανουαρίου του 1907 με την ονομασία “Casa dei Bambini” (το σπίτι των παιδιών). Εφαρμόζοντας την δική της μέθοδο στα παιδιά αυτά και παρατηρώντας τα, έμαθε πάρα πολλά βοηθώντας την να τελειοποιήσει την παιδαγωγική της μέθοδο και τα εκπαιδευτικά της υλικά. Η στάση της απέναντι στην διδασκαλία βοήθησε την ίδια και τα παιδιά να μάθουν πώς να μαθαίνουν. Η εμπειρία της από το Casa dei Bambini αποτέλεσε τη βάση αυτού που αργότερα ονομάστηκε μέθοδος Μοντεσσόρι.
Η εκπαιδευτική αυτή μέθοδος αναγνωρίζεται επίσημα στην Ιταλία και στη συνέχεια σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα επόμενα σαράντα χρόνια η Μαρία Μοντεσσόρι με τον γιο της ταξιδεύουν αδιάκοπα σε όλη την Ευρώπη, την Ινδία και τις ΗΠΑ δίνοντας διαλέξεις και ανοίγοντας σχολεία με την επωνυμία “Montessori”. Το 1949 την βρίσκει στην Ολλανδία όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής της. Στις 6 Μαΐου 1952, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο και σε ηλικία 81 ετών, αφήνει την τελευταία της πνοή στην πόλη Noordwijk (Νορντβαικ) της Δυτικής Ολλανδίας.
Η Μαρία Μοντεσσόρι ενέπνευσε πολλούς άλλους εκπαιδευτικούς να υιοθετήσουν την εκπαιδευτική της προσέγγιση και να συνεχίσουν το έργο της. Τα Μοντεσσοριανά σχολεία βρίσκονται σε όλο τον κόσμο και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να είναι πρωτοπόρα στο είδος τους.
Η επιτυχία της μεθόδου της έχει επηρεάσει την προσχολική εκπαίδευση σε κάθε επίπεδο.